Κυτταρομεγαλοϊός η πιο συχνή αλλά και η πιο αδιάγνωστη εμβρυϊκή λοίμωξη

Ο κυτταρομεγαλοϊός (CMV) είναι ερπητοϊός και μεταδίδεται με την σεξουαλική επαφή και τα μολυσμένα βιολογικά υλικά όπως το αίμα, τα ούρα και το σάλιο. Ο χρόνος επώασης του είναι 28-60 ημέρες (μ.ο.:40 ημέρες) προκαλώντας ιαιμία για 2-3 εβδομάδες (πρωτοπαθής λοίμωξη) σε άτομα που δεν έχουν νοσήσει στο παρελθόν, Ταυτόχρονα παρατηρείται η έκκριση ανοσοσφαιρινών τύπου Μ (IgM) ακολουθούμενη στην συνέχεια από ανοσοσφαιρίνες τύπου G (IgG). Οι ενήλικες συνήθως είναι ασυμπτωματικοί ή μπορεί να εμφανίσουν ένα σύνδρομο όμοιο με την λοιμώδη μονοπυρήνωση με πυρετό μυαλγίες κακουχία, λευκοκυττάρωση λεμφοκυττάρωση αυξημένα ηπατικά ένζυμα και λεμφαδενοπάθεια. Μετά την πρωτοπαθή λοίμωξη ο ιός παραμένει σε λανθάνουσα κατάσταση σε κύτταρα που τον φιλοξενούν (ξενιστές) όπου μπορεί να επανεργοποιηθεί ή να γίνει επαναμόλυνση(δευτεροπαθής λοίμωξη) με την παρουσία των IgG από την προηγούμενη λοίμωξη και έκκριση νέων  ανοσοσφαιρινών IgM .

Στα νεογνά  είναι η πιο συχνή συγγενής λοίμωξη με συχνότητα 0,2-2,2% . Η συχνότητα πρωτοπαθούς λοίμωξης σε έγκυες είναι 1-2% με συχνότητα διαπλακουντιακής μετάδοσης στο έμβρυο 32% και της δευτεροπαθούς λοίμωξης 21,5% με συχνότητα μετάδοσης στο έμβρυο <3,5%. Η μετάδοση είναι διαπλακουντιακή κατά την κύηση (κύρια αιτία κλινικών συνεπειών στο έμβρυο-νεογνό)  ή με την επαφή με τραχηλικές εκκρίσεις κατά τον τοκετό ή με το θηλασμό( συνήθως ασυμπτωματική / πολύ ήπιες συνέπειες ) . Η πιθανότητα διαπλακουντιακής μετάδοσης είναι μεγαλύτερη όσο πιο προχωρημένη είναι η κύηση ενώ η σοβαρότητα της κλινικής εκδήλωσης είναι μεγαλύτερη όσο πιο ενωρίς συμβαίνει η πρωτοπαθής λοίμωξη στην κύηση.

Έτσι:

  • 1ο τρίμηνο  πιθανότητα μετάδοση 30% 
  • 2ο τρίμηνο  34-38% 
  • 3ο τρίμηνο 40-72%.

Από όλα τα έμβρυα που θα προσβληθούν μετά από πρωτοπαθή λοίμωξη το 12-18% θα είναι συμπτωματικά κατά την γέννηση και το 25% αυτών θα έχουν μακροχρόνιες επιπλοκές. Το 30% με σοβαρή λοίμωξη θα πεθάνουν ενώ το 65-80% θα έχουν νευρολογικά προβλήματα.

Στην δευτεροπαθή λοίμωξη η απώλεια ακοής είναι η πιο σοβαρή επιπλοκή της δευτεροπαθούς λοίμωξης 

Πρωτοπαθής πρόληψη της λοίμωξης από κυτταρομεγαλοϊό (CMV) με μέτρα υγιεινής

Η πρωτοπαθής πρόληψη αποσκοπεί στη μείωση της πιθανότητας έκθεσης της γυναίκας στον κυτταρομεγαλοϊό (CMV), ιδιαίτερα κατά την περίοδο πριν από τη σύλληψη και κατά τη διάρκεια της κύησης.

Οροαρνητικές γυναίκες πριν και κατά την έναρξη της κύησης

Η στενή επαφή με μικρά παιδιά αποτελεί σημαντική πηγή μετάδοσης του CMV, καθώς τα παιδιά μπορούν να αποβάλλουν τον ιό μέσω των ούρων και του σάλιου για αρκετούς μήνες, ακόμη και μετά την υποχώρηση των συμπτωμάτων.

Αυξημένο κίνδυνο πρωτοπαθούς λοίμωξης διατρέχουν οι οροαρνητικές γυναίκες που έχουν συχνή επαφή με μικρά παιδιά, ιδιαίτερα ηλικίας κάτω των δύο ετών, είτε στο οικογενειακό είτε στο επαγγελματικό περιβάλλον.

Η πρόληψη βασίζεται κυρίως στην εφαρμογή απλών μέτρων προσωπικής υγιεινής, όπως το σχολαστικό πλύσιμο των χεριών μετά την αλλαγή πάνας ή την επαφή με σάλιο και ούρα παιδιών, η αποφυγή κοινής χρήσης σκευών και η αποφυγή φιλιών στο στόμα με μικρά παιδιά.

Εμβόλια έναντι του CMV βρίσκονται υπό κλινική διερεύνηση, χωρίς να υπάρχει μέχρι σήμερα εγκεκριμένο εμβόλιο για γενική χρήση.

Οροθετικές γυναίκες πριν και κατά την έναρξη της κύησης

Η προϋπάρχουσα ανοσία έναντι του CMV δεν παρέχει πλήρη προστασία, καθώς είναι δυνατή η επανενεργοποίηση του ιού ή η επαναλοίμωξη από διαφορετικό στέλεχος προκαλώντας δευτεροπαθής λόιμωξη.

Παρότι τα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα δεν έχουν τεκμηριώσει επαρκώς την αποτελεσματικότητα των μέτρων υγιεινής στην πρόληψη της μη πρωτοπαθούς λοίμωξης, η τήρησή τους εξακολουθεί να αποτελεί εύλογη προληπτική πρακτική.

Διάγνωση της λοίμωξης από κυτταρομεγαλοϊό (CMV) κατά την κύηση

Η λοίμωξη από κυτταρομεγαλοϊό (CMV) στους ενήλικες είναι συνήθως ασυμπτωματική, γεγονός που δυσχεραίνει την κλινική διάγνωσή της. Η ανίχνευση του ιού μπορεί να πραγματοποιηθεί με μοριακές μεθόδους (PCR) ή, σπανιότερα πλέον, με καλλιέργεια  του ιού σε βιολογικά δείγματα, όπως αίμα, ούρα, σάλιο, τραχηλικές εκκρίσεις και μητρικό γάλα.

Ωστόσο, η ανίχνευση CMV DNA σε ένα βιολογικό δείγμα δεν αποδεικνύει από μόνη της πρόσφατη πρωτοπαθή λοίμωξη.

Κατά την κύηση, η διαγνωστική διερεύνηση αποσκοπεί σε τρεις βασικούς στόχους: στην αναγνώριση της μητρικής λοίμωξης, στον προσδιορισμό του κατά πόσον πρόκειται για πρωτοπαθή ή μη πρωτοπαθή λοίμωξη και στη διερεύνηση πιθανής ενδομήτριας μετάδοσης στο έμβρυο.

Ορολογική διάγνωση: IgM και IgG

Η αρχική εργαστηριακή διερεύνηση της μητέρας βασίζεται στον προσδιορισμό των ειδικών αντισωμάτων CMV IgM και IgG.

Η παρουσία θετικών IgM δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη πρόσφατης πρωτοπαθούς λοίμωξης, καθώς τα αντισώματα αυτά μπορεί να παραμένουν ανιχνεύσιμα για πολλούς μήνες, να επανεμφανίζονται κατά την επανενεργοποίηση ή την επαναλοίμωξη και να δίνουν ψευδώς θετικά αποτελέσματα λόγω διασταυρούμενων αντιδράσεων, μεταξύ άλλων με άλλες ιογενείς λοιμώξεις.

Αντίστοιχα, η απουσία IgM δεν αποκλείει απόλυτα πρόσφατη λοίμωξη.

Η τεκμηριωμένη ορομετατροπή των IgG, δηλαδή η εμφάνιση θετικών IgG σε γυναίκα με προηγουμένως καταγεγραμμένο αρνητικό αποτέλεσμα, αποτελεί την πλέον αξιόπιστη ορολογική ένδειξη πρωτοπαθούς λοίμωξης.

Η αύξηση του τίτλου των IgG σε διαδοχικά δείγματα μπορεί να υποστηρίξει τη διερεύνηση, αλλά δεν αποτελεί από μόνη της ασφαλές κριτήριο πρωτοπαθούς λοίμωξης, ιδίως χωρίς προηγούμενο αρνητικό αποτέλεσμα.

Σε περίπτωση οριακών ή ασύμφωνων αποτελεσμάτων, συνιστάται επανέλεγχος, κατά προτίμηση με την ίδια εργαστηριακή μέθοδο ή σε εξειδικευμένο εργαστήριο αναφοράς.

Έλεγχος συγγένειας των IgG αντισωμάτων (IgG avidity)

Η εξέταση IgG avidity αξιολογεί την ισχύ σύνδεσης των ειδικών IgG αντισωμάτων με τα αντιγόνα του CMV και συμβάλλει στον χρονικό προσδιορισμό της πρωτοπαθούς λοίμωξης. Αναζητείται όταν τα IgM & τα IgG είναι θετικά :

  • Χαμηλή avidity: υποστηρίζει πρόσφατη πρωτοπαθή λοίμωξη, συνήθως κατά τους προηγούμενους 3–4 μήνες, ανάλογα με τη μέθοδο.

  • Υψηλή avidity: ιδιαίτερα όταν διαπιστώνεται στο πρώτο τρίμηνο, καθιστά λιγότερο πιθανή την πρωτοπαθή λοίμωξη κατά τους αμέσως προηγούμενους μήνες.

  • Ενδιάμεση avidity: δεν επιτρέπει ασφαλή χρονικό προσδιορισμό και απαιτεί συνεκτίμηση του ιστορικού, της ηλικίας κύησης, προηγούμενων ορολογικών αποτελεσμάτων και ενδεχομένως επανέλεγχο σε εργαστήριο αναφοράς.

Η ερμηνεία της avidity εξαρτάται από τη χρησιμοποιούμενη μέθοδο και την ηλικία κύησης. Ειδικότερα, υψηλή avidity που ανιχνεύεται αργότερα στην εγκυμοσύνη δεν αποκλείει πρωτοπαθή λοίμωξη κατά το πρώτο τρίμηνο.

Η χαμηλή avidity δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη εμβρυϊκής λοίμωξης ούτε προσδιορίζει τη βαρύτητά της.

Ειδικές ορολογικές περιπτώσεις

Σε έγκυο με IgM θετικά και IgG αρνητικά, συνιστάται επανάληψη του ορολογικού ελέγχου σε περίπου 2 εβδομάδες, ώστε να διαπιστωθεί πιθανή ορομετατροπή ή η μοριακή ανίχνευση CMV DNA στο μητρικό αίμα μπορεί να χρησιμοποιηθεί συμπληρωματικά σε επιλεγμένες περιπτώσεις, αλλά δεν υποκαθιστά την ορολογική διερεύνηση.

Η διάγνωση μη πρωτοπαθούς λοίμωξης είναι δυσκολότερη, επειδή τα IgG προϋπάρχουν και δεν υπάρχει ένας μεμονωμένος ορολογικός δείκτης που να διακρίνει αξιόπιστα την επανενεργοποίηση από την επαναλοίμωξη.

Επίσης, η ανίχνευση CMV στο αμνιακό υγρό τεκμηριώνει εμβρυϊκή λοίμωξη, αλλά δεν διακρίνει από μόνη της εάν η μητρική λοίμωξη ήταν πρωτοπαθής ή μη πρωτοπαθής.

Προγεννητικός ορολογικός έλεγχος

Η εφαρμογή καθολικού ορολογικού ελέγχου για CMV σε όλες τις εγκύους παραμένει αντικείμενο διαφορετικών διεθνών προσεγγίσεων και δεν συστήνεται ως καθολική πρακτική από αρκετούς επιστημονικούς οργανισμούς. Στην χώρα μας όπως και στην Ιταλία έχει καθιερωθεί στον προγεννητικό έλεγχο. 

Η στοχευμένη διερεύνηση ενδείκνυται όταν υπάρχει κλινική υποψία μητρικής λοίμωξης, πιθανή έκθεση στον ιό, προηγούμενα ύποπτα ορολογικά αποτελέσματα ή υπερηχογραφικά ευρήματα συμβατά με συγγενή λοίμωξη.

Η επανάληψη του ορολογικού ελέγχου σε οροαρνητικές εγκύους μπορεί να εντάσσεται σε συγκεκριμένα πρωτόκολλα παρακολούθησης, αλλά η συχνότητα και η διάρκειά της δεν είναι καθολικά τυποποιημένες.

 

Δευτεροπαθής πρόληψη 

Αφορά την αποφυγή νόσησης του νεογνού .Αυτό επιτυγχάνεται με την χορήγηση valaciclovir 8gr/ημ. (2gr. Χ4) η οποία μειώνει την κάθετη μετάδοση (διαμέσου του πλακούντα) στο έμβρυο κατά 71% όταν η πρωτοπαθής λοίμωξη συμβαίνει πριν από την σύλληψη και στο 1ο τρίμηνο της κύησης. Λόγω του ότι με την πρόοδο της κύησης αυξάνεται ο κίνδυνος της κάθετης μετάδοσης όσο νωρίτερα ξεκινά η αγωγή τόσο καλύτερα. Οι παρενέργειες του φαρμάκου αφορούν το 21%  (ναυτία, έμετοι) και ήπια – μέτρια οξεία νεφρική ανεπάρκεια (2%) που υποχωρεί σε 1 εβδομάδα μετά τη διακοπή της θεραπείας. 

Διάγνωση της εμβρυϊκής λοίμωξης από CMV

Η προγεννητική διάγνωση της εμβρυϊκής λοίμωξης από κυτταρομεγαλοϊό (CMV) βασίζεται στην ανίχνευση του ιικού DNA στο αμνιακό υγρό με τη μέθοδο της αλυσιδωτής αντίδρασης πολυμεράσης (PCR), έπειτα από αμνιοπαρακέντηση.

Η αμνιοπαρακέντηση πραγματοποιείται κατά κανόνα μετά την 21η εβδομάδα κύησης και τουλάχιστον 6 εβδομάδες μετά την πιθανολογούμενη μητρική λοίμωξη, ώστε να μειωθεί ο κίνδυνος ψευδώς αρνητικού αποτελέσματος.

Νεότερα δεδομένα υποστηρίζουν ότι η εξέταση μπορεί να πραγματοποιηθεί νωρίτερα, από τη 17η εβδομάδα, εφόσον έχουν παρέλθει τουλάχιστον 8 εβδομάδες από την πρωτοπαθή μητρική λοίμωξη. Ωστόσο, η εφαρμογή αυτής της προσέγγισης απαιτεί κατάλληλη συμβουλευτική και συνεκτίμηση των περιορισμών της.

Η θετική PCR στο αμνιακό υγρό επιβεβαιώνει την ενδομήτρια λοίμωξη, αλλά δεν αποδεικνύει από μόνη της εμβρυϊκή ιαιμία ούτε προβλέπει τη βαρύτητα της νόσου.

Αρνητική PCR στο αμνιακό υγρό

Ένα αρνητικό αποτέλεσμα PCR, όταν η αμνιοπαρακέντηση έχει πραγματοποιηθεί στον κατάλληλο χρόνο, μειώνει σημαντικά την πιθανότητα εμβρυϊκής λοίμωξης.

Ωστόσο, δεν αποκλείει απόλυτα μεταγενέστερη διαπλακουντιακή μετάδοση του ιού (8% ) ή ένα ψευδώς αρνητικό αποτέλεσμα, ιδιαίτερα όταν η εξέταση πραγματοποιείται πολύ σύντομα μετά τη μητρική λοίμωξη.

Η απόφαση διακοπής της προληπτικής θεραπείας με βαλακυκλοβίρη μετά από αρνητική PCR πρέπει να εξατομικεύεται σύμφωνα με το θεραπευτικό πρωτόκολλο, τον χρόνο της λοίμωξης και τα υπερηχογραφικά ευρήματα.

Παρακολούθηση μετά την επιβεβαίωση της εμβρυϊκής λοίμωξης

Μετά την επιβεβαίωση της εμβρυϊκής λοίμωξης με θετική PCR στο αμνιακό υγρό, απαιτείται συστηματική παρακολούθηση σε εξειδικευμένο κέντρο εμβρυομητρικής ιατρικής.

Η παρακολούθηση περιλαμβάνει:

  • Λεπτομερή υπερηχογραφικό έλεγχο κάθε 3–4 εβδομάδες, με ιδιαίτερη έμφαση στην ανατομία του εγκεφάλου, την ανάπτυξη του εμβρύου και την αναζήτηση εξωεγκεφαλικών αλλοιώσεων.

  • Εμβρυϊκή μαγνητική τομογραφία (MRI), συνήθως στις 28–32 εβδομάδες, για την πληρέστερη αξιολόγηση του εγκεφάλου, ιδιαίτερα όταν υπάρχουν ύποπτα ή αμφίβολα υπερηχογραφικά ευρήματα.

  • Επανεκτίμηση με MRI σε επιλεγμένες περιπτώσεις, εφόσον κρίνεται ότι μπορεί να προσφέρει πρόσθετες προγνωστικές πληροφορίες.

Η απουσία παθολογικών ευρημάτων στον εξειδικευμένο υπερηχογραφικό έλεγχο και στη μαγνητική τομογραφία αποτελεί ιδιαίτερα ευνοϊκό προγνωστικό στοιχείο, χωρίς όμως να αποκλείει πλήρως τη νευροαισθητήρια βαρηκοΐα ή άλλες όψιμες επιπλοκές.

Η εξέταση εμβρυϊκού αίματος για την ανίχνευση θρομβοπενίας έχει χρησιμοποιηθεί σε ορισμένα εξειδικευμένα κέντρα ως συμπληρωματικός προγνωστικός δείκτης. Ωστόσο, λόγω των κινδύνων της επεμβατικής δειγματοληψίας, δεν αποτελεί εξέταση ρουτίνας.

Προγεννητική εκτίμηση της βαρύτητας

Με βάση τα απεικονιστικά και, όπου υπάρχουν, τα εργαστηριακά ευρήματα, η εμβρυϊκή λοίμωξη μπορεί να ταξινομηθεί σε τρεις ευρείες προγνωστικές κατηγορίες.

1. Εμβρυϊκή λοίμωξη χωρίς εμφανείς παθολογικές αλλοιώσεις

Η PCR του αμνιακού υγρού είναι θετική, αλλά ο λεπτομερής υπερηχογραφικός έλεγχος και η MRI δεν αναδεικνύουν σημαντικές ανωμαλίες.

Η πρόγνωση είναι γενικά ευνοϊκή, αν και εξακολουθεί να υπάρχει κίνδυνος νευροαισθητήριας βαρηκοΐας, η οποία μπορεί να είναι μονόπλευρη ή αμφοτερόπλευρη, συγγενής ή όψιμη.

2. Ήπια έως μέτρια συμπτωματική εμβρυϊκή λοίμωξη

Παρατηρούνται περιορισμένα υπερηχογραφικά ευρήματα, όπως υπερηχογενές έντερο, ηπατικές αποτιτανώσεις ή ήπια κοιλιομεγαλία.

Η πρόγνωση εξαρτάται από το είδος, τον συνδυασμό και την εξέλιξη των ευρημάτων. Απαιτούνται εξατομικευμένη συμβουλευτική και συστηματική παρακολούθηση.

3. Σοβαρή συμπτωματική εμβρυϊκή λοίμωξη

Χαρακτηρίζεται από σημαντικές εγκεφαλικές ή συστηματικές αλλοιώσεις, όπως μικροκεφαλία, σοβαρή κοιλιομεγαλία, διαταραχές της ανάπτυξης του εγκεφαλικού φλοιού, εκτεταμένες εγκεφαλικές βλάβες ή εμβρυϊκό ύδρωπα.

Η παρουσία τέτοιων ευρημάτων συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο δυσμενούς νευροαναπτυξιακής έκβασης.

Στις περιπτώσεις αυτές απαιτείται διεπιστημονική συμβουλευτική σχετικά με την πρόγνωση, τις διαθέσιμες θεραπευτικές επιλογές, τη συνέχιση της κύησης και, όπου επιτρέπεται από το ισχύον νομικό πλαίσιο, την επιλογή διακοπής της κύησης.

Κλινικά, εργαστηριακά και απεικονιστικά ευρήματα συγγενούς CMV (cCMV)

Ο παρακάτω πίνακας περιλαμβάνει κυρίως ευρήματα που αναγνωρίζονται μετά τη γέννηση. Ορισμένα, όπως η μικροκεφαλία και οι εγκεφαλικές αλλοιώσεις, μπορούν να εντοπιστούν και προγεννητικά.

Κατηγορία

Κλινικά και διαγνωστικά ευρήματα

Κλινικά συμπτώματα και σημεία

Ενδομήτρια υπολειπόμενη ανάπτυξη ή μικρό βάρος για την ηλικία κύησης, μικροκεφαλία, πετέχειες ή πορφύρα, εξάνθημα τύπου «blueberry muffin», ίκτερος, ηπατομεγαλία, σπληνομεγαλία, λήθαργος, υποτονία, σπασμοί και δυσκολίες σίτισης

Εργαστηριακά ευρήματα

Αναιμία, θρομβοπενία (ενδεικτικά κάτω από 100.000/μL), λευκοπενία ή ουδετεροπενία, αυξημένες τρανσαμινάσες και άμεση υπερχολερυθριναιμία

Εγκεφαλονωτιαίο υγρό (ΕΝΥ)

Παθολογικές βιοχημικές ή κυτταρολογικές παράμετροι και ενδεχόμενη ανίχνευση CMV DNA

Φλεγμονώδεις ή καταστροφικές εγκεφαλικές αλλοιώσεις

Φακοραβδωτή αγγειοπάθεια, βλαστικολυτικές ψευδοκύστεις, διαφραγμάτια στα ινιακά κέρατα των πλαγίων κοιλιών, κοιλιομεγαλία, περικοιλιακές αποτιτανώσεις και αλλοιώσεις της λευκής ουσίας

Διαταραχές ανάπτυξης του εγκεφάλου

Πολυμικρογυρία, διαταραχές της αυλάκωσης του εγκεφαλικού φλοιού και υποπλασία της παρεγκεφαλίδας

Ακοολογικά ευρήματα

Νευροαισθητήρια βαρηκοΐα, μονόπλευρη ή αμφοτερόπλευρη, η οποία μπορεί να εμφανιστεί ή να επιδεινωθεί αργότερα

Οφθαλμολογικά ευρήματα

Χοριοαμφιβληστροειδίτιδα ή χοριοαμφιβληστροειδικές ουλές

 

Διάγνωση της συγγενούς λοίμωξης από CMV στο νεογνό

Για τη διάκριση της συγγενούς λοίμωξης από κυτταρομεγαλοϊό από τη μεταγεννητικά επίκτητη λοίμωξη, είναι απαραίτητη η ανίχνευση του ιού εντός των πρώτων 21 ημερών ζωής.

Η διάγνωση πραγματοποιείται με μοριακή ανίχνευση του DNA του CMV μέσω PCR σε δείγμα ούρων ή σάλιου του νεογνού.

Η εξέταση του σάλιου χρησιμοποιείται συχνά ως αρχική μέθοδος ελέγχου, καθώς η συλλογή του δείγματος είναι απλή, μη επεμβατική και κατάλληλη για νεογνικό προσυμπτωματικό έλεγχο.

Ωστόσο, κάθε θετικό αποτέλεσμα PCR στο σάλιο πρέπει να επιβεβαιώνεται με PCR στα ούρα, επειδή υπάρχει πιθανότητα επιμόλυνσης του δείγματος, κυρίως από CMV που περιέχεται στο μητρικό γάλα και στον γεννητικό σωλήνα της μητέρας

Για τον περιορισμό των ψευδώς θετικών αποτελεσμάτων, η συλλογή σάλιου συνιστάται να πραγματοποιείται τουλάχιστον 1–2 ώρες μετά τον θηλασμό.

Η ανίχνευση CMV μετά την 21η ημέρα ζωής δεν επιτρέπει πάντοτε την ασφαλή διάκριση μεταξύ συγγενούς και μεταγεννητικής λοίμωξης. Σε αυτές τις περιπτώσεις μπορεί να εξεταστεί αναδρομικά το αποθηκευμένο δείγμα αποξηραμένης σταγόνας αίματος του νεογνικού ελέγχου (dried blood spot), εφόσον είναι διαθέσιμο.

Ωστόσο, η εξέταση αυτή έχει περιορισμένη ευαισθησία και ένα αρνητικό αποτέλεσμα δεν αποκλείει τη συγγενή λοίμωξη.

Μετά την επιβεβαίωση της συγγενούς λοίμωξης απαιτείται ολοκληρωμένη νεογνολογική αξιολόγηση, που περιλαμβάνει κλινική εξέταση, εργαστηριακό έλεγχο, ακοολογική εκτίμηση και, όπου ενδείκνυται, νευροαπεικόνιση και οφθαλμολογική εξέταση.

Η έγκαιρη διάγνωση είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς επιτρέπει την αναγνώριση των νεογνών που ενδέχεται να ωφεληθούν από αντιιική θεραπεία και τη συστηματική παρακολούθηση της ακοής και της νευροανάπτυξης.

Βιβλιογραφία:

  • Cytomegalovirus, Parvovirus B19, Varicella Zoster, and Toxoplasmosis in Pregnancy PRACTICE BULLETIN Number 151, JuNe 2015
  • Diagnosis and antenatal management of congenital cytomegalovirus infection Society for Maternal-Fetal Medicine(SMFM) Consult Series 39
  • Guillaume Benoista, b Marianne Leruez-Villec Jean François Magnyd François Jacquemarde Laurent J. Salomona Yves Villea Management of Pregnancies with Confirmed Cytomegalovirus Fetal Infection Fetal Diagn Ther 2013;33:203–214
  • Consensus recommendation for prenatal, neonatal and postnatal management of congenital cytomegalovirus infection from the European congenital infection initiative (ECCI). Leruez-Ville M, Chatzakis C, Lilleri D, Blazquez-Gamero D, Alarcon A, Bourgon N, Foulon I, Fourgeaud J, Gonce A, Jones CE, Klapper P, Krom A, Lazzarotto T, Lyall H, Paixao P, Papaevangelou V, Puchhammer E, Sourvinos G, Vallely P, Ville Y, Vossen A.Lancet Reg Health Eur. 2024 Apr 1;40:100892.
  • FMF lecture CMV 
Κοινοποίηση:

Σχετικά Άρθρα

Εκτενής έλεγχος φορείας , από τον κίνδυνο για το έμβρυο στην υγεία της μητέρας

Ο παραδοσιακός στόχος του ελέγχου φορείας ( carrier screening)  ήταν σχετικά απλός: Είχε σκοπό να εντοπιστούν δύο φορείς (δεν νοσούν)  του ίδιου αυτοσωμικού υπολειπόμενου νοσήματος ή

Διαβάστε περισσότερα